Ο Πέτρος Τατσόπουλος, δεκαοκτώ χρόνια μετά τη γλυκόπικρη Καλοσύνη των ξένων, επιστρέφει με “Το παιδί του Διαβόλου”, το νέο αυτοβιογραφικό βιβλίο του, με την ανυποχώρητη πρόθεση να πει τα πράγματα με το όνομά τους.
Με χρονική αφετηρία την περιπέτεια με την υγεία του, ο μπεστσελερίστας συγγραφέας καταπιάνεται με την πολυπλόκαμη Ελλαδική Εκκλησία και την εκρηκτική σχέση του με αυτήν, και μας προσκαλεί να κοιτάξουμε κατάματα τις εθνικές μας αντιφάσεις. Μέσα από το νέο βιβλίο του το «διαβολόπαιδο» μας ωθεί να προβληματιστούμε πώς η πανανθρώπινη ανάγκη για πίστη εργαλειοποιείται προς όφελος της οργανωμένης θρησκείας.
Όσοι μένετε ή βρεθείτε στη Λάρισα, , μη χάσετε την ευκαιρία να συναντήσετε από κοντά τον Πέτρο Τατσόπουλο στις 12 Μαρτίου αντίστοιχα. Σας περιμένουν εκδηλώσεις γεμάτες σκέψη, δημιουργικούς προβληματισμούς και συναρπαστικές συζητήσεις!
Τετάρτη 12 Μαρτίου 2025, στις 7:30 μ.μ.,
στη Λογοτεχνική Γωνία (Γαληνού & Φαρμακίδου – Λάρισα),
σε συνεργασία με την Αντιδημαρχία Πολιτισμού Δήμου Λαρισαίων,
και το βιβλιοπωλείο ΚΑΛΤΣΑΣ.
Με τον Πέτρο Τατσόπουλο συνομιλεί ο δημοσιογράφος Ανδρέας Γιουρμετάκης.
ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Στη χώρα όπου δημοφιλείς άγιοι, νεκροί εδώ και τρεις αιώνες, απαιτούν κάθε είκοσι πέντε χρόνια να τους αλλάζουν τα άμφια και αγράμματοι καλόγεροι συνομιλούν με σαύρες ή ρίχνουν στα σκουπίδια τον Δαρβίνο, ακόμα και η πιο παρανοϊκή τερατολογία εντάσσεται σε μια ιδιότυπη «κανονικότητα» ενώ ταυτόχρονα κάθε απόπειρα για την άρθρωση στοιχειωδώς «ορθού λόγου» αντιμετωπίζεται ως «εξωφρενική», αν όχι ως υπαγορευμένη από τον ίδιο τον Διάβολο.
Πάνω και πίσω από αυτή τη μεσαιωνική παλινδρόμηση, στον σκληρό πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τη συναίνεση των πολιτικών αρχών και τη δικαιοσύνη ηχηρά απούσα, στήνεται ένας θηριώδης «εισπρακτικός μηχανισμός» γύρω από ανεξέλεγκτα «ιερά λείψανα» κι εξόφθαλμες «απάτες θαυμάτων» με ανυπολόγιστα κέρδη.
«[…] εγώ το βιβλίο σου θα το κατέτασσα στα αντικληρικαλιστικά βιβλία. Αυτό, βέβαια, έχει ένα πρόβλημα: Ο αντικληρικαλισμός δεν αντιπαρατίθεται σε κάποιο κίνημα που λέγεται κληρικαλισμός. Δεν υπάρχει αυτό. Αυτό που υπάρχει απέναντι –και με αυτό έχεις να αναμετρηθείς εσύ– είναι το κοινό αίσθημα ότι: “Ρε, μπας και ο συγγραφέας επιτίθεται στην πίστη μου;” […]».
Ούτε εγώ τότε, καθώς έσβηνε η εικόνα του Αντώνη στη μεγάλη οθόνη του «Ιανού», ούτε και ο ίδιος ο Καφετζόπουλος, εικάζω, είχαμε συνειδητοποιήσει πως από όλες τις επισημάνσεις του, κατά τη διάρκεια της δεκαπεντάλεπτης βιντεοσκοπημένης συζήτησής μας στη σκηνή του «Βεάκη», εκείνη ήταν η πιο καίρια και η πιο διορατική: Υπό μία έννοια φωτογράφιζε με πιστότητα τη στρέβλωση με την οποία θα ερχόμουν αντιμέτωπος την επόμενη τριετία, την ταύτιση της πίστης του ποιμνίου με τις λοβιτούρες των ρασοφόρων, των θυμάτων με τους θύτες, παρασυρμένων στους στροβιλισμούς ενός νοσηρού ταγκό που αναδίνει τη δυσοσμία μιας αλλόκοτης σχέσης εξουσίας και υποταγής, ενός ιδιόμορφου “συνδρόμου της Στοκχόλμης”».